Τελευταία όλοι μιλούν όλο και συχνότερα για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα και παρουσιάζουν όλο και περισσότερα στατιστικά στοιχεία για την επιδεινόμενη κατάσταση. Ωστόσο, φαίνεται να ξεχνούν πολλοί ότι η κρίση εμφανίζεται ήδη από την προηγουμένη των εκλογών και πριν ακόμα την Ολυμπιάδα της Αθήνας, ο κόσμος υπέφερε (ένας λόγος που έφερε και τη ΝΔ στην εξουσία). Μία κρίση που δεν είναι ούτε βιομηχανική ούτε εμπορική, αλλά πρωτίστως χρηματοπιστωτική[1].
Η εισαγόμενη κρίση δεν ξέρω πόσο θα επηρεάσει τη χώρα μας[2], αλλά σίγουρα η εσωτερική κρίση είναι παλαιότερη και μαθηματικά δε φαίνεται να έχει σταματημό, όσο τουλάχιστον συνεχίζεται αυτή η οικονομική πολιτική και η ανυπαρξία ελέγχων τόσο της αγοράς όσο και της εργασίας.
Ο χαρακτήρας, λοιπόν, της κρίσης είναι καθαρά πολιτικός. Δεν κομίζομεν γλαύκας εις Αθήνας, αλλά μέσα στη μεταμοντέρνα θεολογία της αγοράς, συχνά κατηγορούνται οι πλεονέκτες διευθυντές των τραπεζών. Φταίνε πολύ απλά όσοι ανέχτηκαν την ασυδοσία και την αρπαγή των λαϊκών εισοδημάτων από τις τράπεζες. Τα κέρδη εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, των βιομηχανιών και του εμπορίου και κυρίως τα τραπεζικά δεν είναι επενδυτικά, αφού σε όλη σχεδόν την ΕΕ ουσιαστικά μόνο το κράτος επενδύει.
Η οικονομική κρίση, όμως, δεν μπορεί να εξετάζεται μακριά ούτε από τη μαύρη ούτε από την ανασφάλιστη εργασία. Ολοφάνερα και χιλιοειπωμένα η μαύρη εργασία αδειάζει τα ασφαλιστικά ταμεία και άρα αδυνατίζει την όποια κοινωνική πολιτική. Και η μαύρη εργασία συνδέεται αναφανδόν με την ανασφάλιστη (πλέον ας τους θεωρούμε κοινή έννοια).
Η μαύρη εργασία όμως αποτελεί δομικό στοιχείο της αγοράς και της ελεύθερης οικονομίας. Συνδέεται άμεσα με τη φτώχεια[3]
αφού συχνά πρόκειται για δεύτερη δουλειά και άλλοτε με το φόβο της φτώχειας-ανεργίας[4] οπότε κάποιος υποχρεωτικά δέχεται οποιοδήποτε όρο εργασίας[5] και με τους ελλιπείς ή ανύπαρκτους ελέγχους. Η ανυπαρξία ελέγχου, βέβαια, όχι απλά δε βοηθά στον έλεγχο της αγοράς, αλλά την ενισχύει. Η Ελλάδα και η Γαλλία είναι οι πρώτες χώρες που περιόρισαν τον έλεγχο των επιθεωρήσεων εργασίας, αφήνοντας την αγορά ακόμα μία φορά ελεύθερη να κινείται εργασιακά κατά το τυχάρπαστο και τυχαίο δοκούν. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να εξισώνουμε -όπως δημοσιογραφούν ορισμένα παπαγαλάκια- τον εργοδότη και τον εργαζόμενο, το θύμα και το θύτη. Εξάλλου, μαύρη εργασία συναντάται μόνο σε μισθούς φτώχειας.
Βέβαια, εδώ προκύπτει και ένα ακόμα ερώτημα: τι γίνεται με τον εθελοντισμό και τις ΜΚΟ; Όταν όλοι μιλάμε για συμμετοχική δημοκρατία και εθελοντισμό, πώς μπορούμε να κάνουμε λόγο για ανασφάλιστη εργασία; Ή μήπως οι οργανώσεις αυτές -που αναφέρονται μόνο στα μεσαία στρώματα διαθέντα τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο- επειδή έχει τον εθελοντισμό σαν βάση, δεν περιλαμβάνει μαύρη εργασία; Εργασία που θα μπορούσε να στηρίξει έστω και μερικών τόσα εκατομμύρια εργαζομένων μέσα από κρατικές ή άλλες διοικητικές κοινωνικές δαπάνες;
update: Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Έθνους για τη φτώχεια και τη σχετική δημοσίευση που έκανε το καπιταλιστικό κομμούνι.
[1] Και όχι νομισματική όπως δημοσιογράφοι τονίζουν, αφού τα νομίσματα έχουν την ίδια αναλογία.
[2] Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο ενισχυμένος Δημόσιος τομέας στη χώρα μας (που χωρίς να λειτουργεί ορθολογικά έχει λιγότερους αναλογικά υπαλλήλους από τη Δυτική Ευρώπη) σώζει την οικονομία, παρά τις όποιες Κασσάνδρες γιατί η κρίση δε φτάνει στο Δημόσιο. Αυτοί οι υπάλληλοι (σημαντικού ποσοστού ομολογουμένως) θα συνεχίσει να κινεί την αγορά.
[3] Ο παλιός φόβος της ανεργίας σήμερα πια αντικαταστάθηκε από το φόβο της φτώχειας. 15 εκ. νεόπτωχοι μετριούνται σήμερα στην ΕΕ (δηλαδή ένα κράτος-μέλος σε πληθυσμιακή αναλογία).
[4] Όταν όμως η αληθινή ανεργία αγγίζει το 20% του ενεργού πληθυσμού (συμπεριλαμβανομένων των ημιαπασχολούμενων, των συνβοηθούντων μελών μιας οικογένειας που εργάζονται σε μία μικρή επιχείρηση κτλ), τότε ο όρος μαύρη και ανασφάλιστη εργασία έχουν άλλες συνέπειες, βαρύτατες, αφού η οικονομική κρίση θα εκτινάξει το ποσοστό τους σε υπερβολικά υψηλά ποσοστά. Σχετικά με την ανεργία βλ. στην Ελευθεροτυπία τα άρθρα Ανεργία από 16% έως και 25% καθώς και Υπήρχαν επιλογές.
[5] Εξάλλου, η ανασφάλιστη εργασία χτυπά πρωτίστως τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (νέους, γυναίκες, μετανάστες).












