Το κύριο ερώτημα, που τίθεται στην Αριστερά κατά το μέτρο που διεκδικεί την εξουσία, είναι αν θα προχωρήσει στην οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού κράτους αξιόπιστου, προσαρμοσμένο στις νέες προκλήσεις, ικανό να αντιπαραταχθεί στη νεοφιλελεύθερη πρόταση για την κοινωνία ή αν θα εξακολουθεί να υπερασπίζεται ένα κοινωνικό κράτος με παρωχημένες δομές με κίνδυνο να το παραδώσει πλήρως στην κυριαρχία της αγοράς. Νέο κοινωνικό κράτος σημαίνει αναπαραγωγή των αξιών και εγγυήσεων της σοσιαλιστικής παράδοσης με νέους όρους, νέες προϋποθέσεις και νέες επιμέρους θεματικές[1].
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ακριβώς στο σημείο αυτό μπορεί να συμβάλλει καταλυτικά για την πραγματική ισότητα των πολιτών. Η ισότητα, όμως, και η επέκτασής της δημοκρατίας δεν είναι απλά θέμα δικαιωμάτων ως εγγύηση. Η ισότητα αποτελεί έννοια λειτουργική. Όταν τα άτομα με αναπηρίες εγκαταλείπονται στην τύχη τους ή κρύβονται πίσω από την προστασία του κράτους, κάθε ιδέα εξόδου τους στην κοινωνία αποδυναμώνεται. Η μεταμοντέρνα δημοκρατία μπροστά στις απαιτήσεις και τις πιέσεις του πάσης φύσεως -κοινωνικού και φυλετικού- μειονοτικού κινήματος, επιβάλλει τον προστατευτικό εναγκαλισμό της μειοψηφίας χωρίς να της επιτρέπει να λειτουργεί αυτόνομα, χωρίς να την αφήνει στο όνομα μιας φαταλικής ισότητας και στο ρατσιστικό όραμα της κοινωνικής παθητικής ομογενοποίησης, να δρα ελεύθερα στην κοινωνία.
Έτσι, μία προοδευτική Τοπική Αυτοδιοίκηση κινούμενη πολιτικά στο πλαίσιο της κινηματικής δημοκρατίας είναι υποχρεωμένη να φέρει την ισότητα των πολιτών στο προσκήνιο στο τοπικό της επίπεδο, αναδεικνύοντας όμως την αδυναμία της δημοκρατίας και ωθώντας το κράτος στην κοινωνική πραγμάτωσή της. Η θεσμική κατοχύρωση των ίσως δικαιωμάτων -που αρέσκονται οι δημοκράτες πολιτικοί να επαινούν- δε σημαίνει και ουσιαστική λειτουργία τους.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να δώσει εκείνο το έναυσμα ώστε οι πολίτες της να αντιληφθούν την αναγκαιότητα της επέκτασης αυτής της ισότητας και να ενεργήσουν όχι από οίκτο, αλλά γιατί αυτή θα είναι μία απάντηση στις γενικότερες κοινωνικές ανισότητες. Οι ίδιοι οι ανάπηροι μπορούν να ενταχθούν τόσο στην κοινωνική ζωή όσο και στον παραγωγικό ιστό. Απορρίπτουμε τις καχεκτικές συμμετοχικές ιδέες των ποσοστώσεων που καταντούν τους ασθενείς σε μηχανισμό ψηφοθηρίας. Η πολιτική τους έκφραση θα έρθει μέσα από την πίεση που θα ασκήσουν στους φορείς εξουσίας, μέσα από την επικράτηση του δικού τους οράματος. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βέβαια δε θα στέκει άπραγη περιμένοντας το αναπηρικό κίνημα· τουλάχιστον εκείνη που θέλει να κινείται πάνω στις αρχές της κινηματικής δημοκρατίας θα οδηγήσει τις εξελίξεις προς τέτοιες κινητοποιήσεις, προς δράσεις που θα βγάλουν τους ανάπηρους από το σπίτι τους.
Και ειδικά σήμερα στο μεταμοντέρνο κοσμοπολιτισμό των μέσων επικοινωνίας είναι αναγκαίο να βρεθούν όλοι εκείνοι οι τρόποι διασύνδεσής τους με τον έξω κόσμο. Θεωρείται λυπηρό, τη στιγμή που η ανέχεια χτυπά τις πόρτες των αναπήρων
[2], η Αυτοδιοίκηση να μην τους ενισχύει οικονομικά ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες προκειμένου να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο. Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, πρόσβαση στο διαδίκτυο και σχετικά μαθήματα είναι μερικά μόνο μέσα που θα δώσουν αυτοεκτίμηση στα άτομα με αναπηρίες και δυνατότητα επικοινωνίας με πολίτες σε άλλες περιοχές της χώρας ή του εξωτερικού.
Και σε αυτά η ενημέρωση του ίδιου του κοινού για τα προβλήματα των αναπήρων. Είναι αναγκαίο στην εποχή του εμφυλίου της ασφάλτου -με τόσους αναπήρους που αφήνει πίσω του- να αντιληφθεί ο πολίτης ότι δε γίνεται λόγος απλά για έναν ξένο, αλλά γνωστούς και δικούς του πιθανώς ανθρώπους. Τη στιγμή, ακόμη, που τόσες σωματικές και ψυχολογικές ασθένειες οδηγούν σε αναπηρία, η προαναφερόμενη αναγκαιότητα είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Αν η δημοκρατία μένει απλά σε διακηρύξεις, το κίνημα με τη συνδρομή των αυτοδιοικητικών αρχών μπορεί να φέρει μια ελπίδα, αναδεικνύοντας την κρατική αδιαφορία που μένει σε επιδόματα χωρίς ουσιαστική ένταξή τους στην κοινωνία, προβάλλοντας παράλληλα το όραμα μιας άλλης κοινωνίας, όχι ίσων ευκαιριών, αλλά ισότητας.
Και δίπλα ακριβώς στα άτομα με αναπηρίες πρέπει να τεθούν οι ουσιοεξαρτημένοι. Κι κινηματική τοπική δεν μπορεί να μένει σε γενικόλογες διακηρύξεις. Οι ουσίες έχουν φτάσει σε κάθε οικογένεια και απειλούν όχι μόνο τη νεολαία, αλλά το σύνολο πια του κοινωνικού ιστού. Οφείλει να αναδείξει την αδιαφορία του δημοκρατικού κράτους, που δε χρηματοδοτεί προγράμματα απεξάρτησης -χωρίς καν να έχει ενιαίο σχεδιασμό- και πρόληψης. Κινηματικά και σε συνεργασία με συλλόγους εξαρτημένους μπορεί να στηρίξει τις τοπικές της πρωτοβουλίες για αποθεραπεία και πρόληψη. Έτσι όχι μόνο οι ουσιοεξαρτημένοι βγαίνουν από το στιγματισμένο περιθώριό τους, αλλά λειτουργούν θετικά για την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου. Κάθε κίνηση των συλλόγων αυτών δεν μπορεί απλά να είναι θετική, αφού στοχεύουν στην απεξάρτηση και την ισότιμη ένταξή τους.
Επισκέψεις σε τόπους συνάθροισης νέων, σε σχολεία και φορείς τοπικούς είναι λίγα μόνο από εκείνα που μπορούν -ακόμα και ενάντια στις θεσμικές ρυθμίσεις- να κάνουν οι ομάδες των ασθενών. Εξάλλου, και στους ίδιους δίνεται ένα κίνητρο προσφοράς στην κοινωνία που σταδιακά τους δέχεται στους κόλπους της.
Ωστόσο, η πρόληψη σε τοπικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνεται με τη μαθησιακή μέθοδο ούτε όμως και με σπασμωδικές ενιαύσιες κινήσεις. Όπως το κίνημα οφείλει να είναι αεικίνητο αμφισβητώντας
[3] κι ελέγχοντας τις προηγούμενες δράσεις του, έτσι και η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να βλέπει την πρόληψη σαν μία συνεχή κινηματική προσπάθεια. Αδιαφορώντας για τους θεσμούς που το νεοφιλελεύθερο κράτος σταδιακά εξαλείφει, χρειάζεται να την δει συνολικά, τονίζοντας την ευθύνη εκείνων που μιλούν για ατομική ευθύνη -και ειδικά στην περιορισμένη γεωγραφική και κοινωνική τοπογραφία τους.
Δεν προτείνουμε απλές εθιμοτυπικές επισκέψεις (τις οποίες εξάλλου για επικοινωνιακούς λόγους κάνει και η φιλελεύθερη αυτοδιοίκηση), αλλά για ενεργό συμμετοχή των μαθητών και των νέων. Αρθρογραφία σε σχολικές εφημερίδες, βράβευση κειμένων, θεατρικά έργα -πρωτότυπα και μη-, εικαστικές εκδηλώσεις με θέμα τις ουσίες μπορούν εύκολα να γίνουν με την αρωγή εκπαιδευτικών. Εξάλλου, κάθε προληπτική κίνηση ή πρωτοβουλία πολιτών δεν αφορά μόνο τα ναρκωτικά, αλλά κάθε εξαρτησιογόνο ουσία, όπως το τσιγάρο, το αλκοόλ
[4] και τα νόμιμα -αγχοαναλγητικά ή άλλα- φάρμακα
[5] που όλο και περισσότερο καταναλώνονται
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί ούτε την εκτελεστική εξουσία του κράτους ούτε πρέπει να κλειστεί στη γραφειοκρατική διαδικασία που της επιφυλάσσει η
δημοκρατία. Ενάντια στα μεταμοντέρνα κελεύσματα έχει την ευκαιρία να οδηγήσει τις εξελίξεις στο μικρό της πεδίο αναφοράς και να δείξει ότι το κίνημα των πολιτών έχει προτάσεις και όραμα. Όραμα αποθεραπείας και δρομολογημένη προληπτική πολιτική, παρέμβαση στην κοινωνία και δράση. Είναι υποχρέωσή της ηθική να απαιτήσει από την κεντρική διοίκηση επαρκώς χρηματοδοτούμενες -αποκαλύπτοντας και καταγγέλλοντας όπου αυτό δε γίνεται- μονάδες αποθεραπείας στην περιοχή της και προγράμματα ενίσχυσης των ασθενών για επανένταξη και εργασία
[6]. Να διεκδικήσει κίνητρα για τοπικές επιχειρήσεις ώστε να προσλαμβάνουν θεραπευμένους ασθενείς και προγράμματα απόκτησης δεξιοτήτων ώστε να βρουν εργασία ευκολότερα και ανεξάρτητα από επιδοτήσεις -που σε τελική ανάλυση μακροχρόνια οδηγούν σε χειραγώγηση και ανασφάλεια.
Στο ίδιο όμως πνεύμα μία προοδευτική αρχή οφείλει να δει και το γενικότερο πρόβλημα της υγείας και της πρόνοιας, συνδέοντας τοπικές νοσοκομειακές μονάδες με την εκεί κοινότητα διεκδικώντας την αναβάθμισή της. Δεν είναι δυνατόν μέσα στη γραφειοκρατική λογική –του ότι δεν είναι δική μας αρμοδιότητα, αλλά της κεντρικής διοίκησης- που σήμερα έχει καταλάβει τόσες δημοτικές αρχές, να μην παίρνουν θέση για ζητήματα που αφορούν άμεσα την τοπική κοινωνία και ας άπτονται κυβερνητικών επιλογών. Η αδιαφορία τούτη σκοτώνει το ίδιο το όραμα, σκοτώνει τον πληθυσμό και τον ταλαιπωρεί σε ένα ανάλγητο στην πρόνοια δημοκρατικό κράτος. Οι μεταμοντέρνες αντιλήψεις της ελαχιστοποίησης του κράτους, εξάλλου, το πρώτο στο οποίο επιτίθενται είναι η νοσοκομειακή περίθαλψη και η πρωτοβάθμια υγεία. Κι όμως κάθε βελτίωση του ιατρικού περιβάλλοντος και ιατρικής παροχής, ενώ θεσμικά είναι έξω από τις αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες, έχει άμεσο αντίχτυπο στους δημότες.
Η κινηματική δημοκρατία φαίνεται να έχει προτάσεις για μικρά και μεγάλα προβλήματα. Η αποστολή μιας προοδευτικής αρχής είναι να τις αφουγκραστεί· η ευθύνη μιας αριστερής κινηματικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι να τις υλοποιήσει με σχεδιασμό αναδεικνύοντας όχι μόνο το κράτος που εγκαταλείπει ασθενείς, αλλά και τη δύναμη της συλλογικής δράσης προς όφελος του ίδιου του συνόλου αρχής γενομένης από την τοπική κοινωνία. Εξάλλου, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται με το κίνημα και τις πρωτοβουλίες πολιτών και αρχών, την προστασία του ατόμου και την αξίωσή του να είναι -όχι να θεωρείται- ισότιμο μέλος, τότε τα οφέλη αγγίζουν ακόμη και την ίδια την αγορά.