Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Σε μια μετακομματική κοινωνία;

Το τελευταίο διάστημα επανήλθε στο προσκήνιο το γνωστό φρούτο των μετακομματικών κοινωνιών. Το θέμα αναζωπυρώθηκε μετά την εκλογική πίεση των ευρωεκλογών (δες και σχετική εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος) που δέχτηκαν τα δύο μεγάλα κόμματα και γενικότερα το πολιτικό σκηνικό της χώρας -μέσα από σωρεία σκανδάλων- και την επιτυχία των Οικολόγων-Πρασίνων που προς το παρόν δεν έχουν τη γνωστή κομματική δομή. Ωστόσο, μου προκαλεί το γέλιο ή άποψη περί μετακομματικής κοινωνίας, ειδικά τη στιγμή που ποτέ μέχρι σήμερα δεν υπήρξε κομματική κοινωνία -και άρα μετακομματική δεν θα υπάρξει. Κομματική είναι όχι η κοινωνία, αλλά το πολιτικό σύστημα από όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς.

Ιστορικά ένα μη κομματικό σύστημα ουδέποτε υπήρξε. Τέτοιες θέσεις συχνά εμφανίζονται στο προσκήνιο είτε από πολιτικούς είτε από δημοσιογράφους που εκμεταλλεύονται την αποστασιοποίηση του κόσμου και θεωρητικολογούν. Φυσικά οι μετακομματικές θέσεις ενισχύονται σε τοπικό επίπεδο από αντάρτες πολιτικούς και από τις διάφορες συνεργασίες που ξεπερνούν τα στενά όρια των κομμάτων -συνήθως σε αυτοδιοικητικό επίπεδο. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση ιστορικά ακόμα και όταν δεν υπήρχαν κόμματα με τη συγκεκριμένη σύγχρονη δομή -όπως ουσιαστικά την έθεσε ο Λένιν στο Κράτος κι Επανάσταση. Σχηματισμοί πολιτικοί που έμοιαζαν με τα κόμματα ήταν συνήθεις όπου ο λαός είχε λόγο για τη διακυβέρνηση της χώρας του. Εμφανίζονται σχετικοί ιδεολογικοπολιτικοί σχηματισμοί και στις αρχαιοελληνικές πόλεις και στη ρωμαϊκή Γερουσία και πολύ αργότερα στην Αγγλία και τις άμεσα μετεπαναστατικές ΗΠΑ. Τα κόμματα πάντα αποτελούσαν μέρος του πολιτικού συστήματος και μακριά από αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να δούμε το δημοκρατία. Χρειάζονται για τον καλύτερο συντονισμό των μελών του και κυρίως για την επαφή των κυβερνώντων με τον ίδιο το λαό (ακόμα και αν αυτό δεν εφαρμόζεται πολλές φορές στην πράξη).

Το κόμμα διαδραματίζει ρόλο διαπαιδαγωγικό, επιχειρηματολογεί για τις θέσεις του στη βάση της κοινωνίας, διαμορφώνει τις στάσεις του βάσει της ίδιας της κοινωνίας. Θεωρώ ότι όλη η κουβέντα απέχει όχι μόνο από την πραγματικότητα, αλλά κυρίως αποπροσανατολίζει από την ουσία των πολιτικών συζητήσεων.

Ο ίδιος ο δικομματισμός, επιπλέον, αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο για τα κόμματα ιδεολογικής συγκρότησης ή κόμματα αρχών -όπως τα ονομάζει η δημοκρατία. Σε όλες τις δημοκρατικές χώρες βλέπουμε ένα πλήρως ανεπτυγμένο δικομματικό σύστημα με εξαιρέσεις προς μικρότερα κόμματα μόνο όταν αυξάνεται η αποχή από τις εκλογές (π.χ. Γαλλία και Αυστρία). Αν θέλουμε να μιλάμε για διάλυση του δικομματικού συστήματος, μάλλον τρέφουμε φρούδες ελπίδες και μάλλον συζητάμε μακριά από την πολιτική πραγματικότητα -ακόμα και σε παγκόσμιο διαχρονικά επίπεδο. Ο δικομματισμός δεν πέφτει ούτε με θεωρητικές κορώνες και μαξιμαλιστικούς βερμπαλισμούς ούτε απλά με τη συμμετοχή σε μία εκλογική αναμέτρηση. Το ίδιο το σύστημα, άλλωστε, έχει ανάγκη το δικομματισμό για τη βέβαιη διακυβέρνησή του -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απορρίπτουμε τις θετικές προσπάθειες που καταβάλλονται. Εξάλλου, από τον ίδιο το δικομματισμό τρέφονται και τα μικρότερα κόμματα.
περισσότερα...

Δευτέρα, 08 Ιουνίου 2009

Μία γενική εκλογική εκτίμηση των ευρωεκλογών

update: Πολύ ενδιαφέρον είναι το άρθρο του TVXS που κάνει μία πολιτική ακτινογραφία της 7ης Ιουνίου

Οι εκλογές τελείωσαν και σήμερα μια -αργία σύμφωνα με το Νομάρχη Θεσσαλονίκης- έχουμε την ευκαιρία να μαζέψουμε τα κομμάτια μας. Η νίκη του ΠΑΣΟΚ με τέτοια διαφορά του δίνει την ελπίδα και του επιτρέπει να αναθαρρύνει για τις επικείμενες βουλευτικές κάλπες. Η οργανωμένη δουλειά -παρά τα όποια κενά- η εμφάνιση στο προσκήνιο όλων των στελεχών του μετά την αναδιοργάνωση που επέβαλε η αναμέτρηση με το Βαγγέλη Βενιζέλο, έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Πίστεψε όμως ο κόσμος σε αυτό; Φαίνεται πως γενικά οι πολίτες ενώ βλέπουν το ΠΑΣΟΚ πιο θερμά από πριν, θέλουν ακόμα να το δοκιμάσουν. Δεν εμπιστεύονται το ΠΑΣΟΚ, δεν εκφράζουν με σιγουριά το πρόκριμά του.

Η αποχή, ο άλλος μεγάλος νικητής, εκφράζει το φόβο πολιτών για τη χώρα. Δε θέλουν να πάρουν θέση σε μία αναμέτρηση που δεν τους εκφράζει. Είναι κι αυτό μία στάσις, νιώθεται
(Καβάφης, Ιθάκη). Ωστόσο, η απουσία τους -συμβοηθούντων και του καιρού και του τριημέρου- επιτρέπει σε εκείνους που καταψηφίστηκαν, στην Κυβέρνηση, να πιστεύουν ότι αν οι απέχοντες τους ψήφιζαν, θα κέρδιζαν. Δηλαδή, με μιας οι απέχοντες βαφτίζονται Νεοδημοκράτες και ΠΑΣΟΚοι. Ερμηνεύεται η στάση τους ως κομματική κίνηση διαμαρτυρία, την ώρα που οι ίδιοι αυτοί οι πολίτες αδυνατούν ή αδιαφορούν να ερμηνεύσουν τη δική τους στάση. Σε κάθε περίπτωση, το κλίμα είναι το ίδιο. Οι νικητές μένουν οι ίδιοι, οι ανάγκες της χώρα και των πολιτών είναι οι ίδιες και η Κυβέρνηση συνεχίζει χωρίς αμετροέπεια, αλλά με παντελώς αλαζονικά να δηλώνει ότι θα συνεχίσει την ίδια πολιτική. Μάλλον, κανένα μήνυμα δεν έλαβε ούτε από την ήττα ούτε από την αποχή. Και, βέβαια, έχουμε να κάνουμε με ευρωεκλογές που από μόνες τους έχουν δημοψηφισματικό χαρακτήρα και όχι ουσιαστικό για την εσωτερική πολιτική σκηνή που νοιάζει τον πολίτη. Το νέο ήθος σίγουρα θα είναι περιορισμένο στις βουλευτικές εκλογές, αλλά μας θέτει σε νέα διλήμματα, σε νέους κομματικούς στόχους. Ωστόσο,πρέπει να κάνουμε μία ακόμα προσέγγιση στην αποχή: καθώς οι ελληνικοί εκλογικοί κατάλογοι ελέγχονται μόνο ως προς τους θανάτους και τους νέους ψηφοφόρους, οι σε μεγάλη απόσταση από την κάλπη τους ψηφοφόροι και οι μετανάστες είναι γραμμένοι και σπάνια ψηφίζουν, δημιουργώντας ένα ποσοστό 20-25% αποχής. Δεδομένου μάλιστα του προαναφερόμενου δημοψηφισματικού χαρακτήρα των ευρωεκλογών και του καιρού και του τριημέρου η αποχή ουσιαστικά δεν καλύπτει ούτε το 20% του αληθινού εκλογικού σώματος (σημειώνω ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η αποχή ορίζεται με βάση τις προηγούμενες συμμετοχές των εκλογέων ή με τη σύσταση νέων εκλογικών καταλόγων μέσω των κομμάτων και την προσέλευση της τελευταίας στιγμής). Για Λακεδομονίους θα μιλούμε τώρα; Έτσι θα δικαιολογήσουμε την εκλογική ήττα;

Αξίζει όμως να δούμε λίγο και τα αποτελέσματα πιο ποιοτικά και γεωγραφικά. Στη Θεσσαλονίκη μετά από αρκετά χρόνια το ΠΑΣΟΚ πήρε την πρωτιά (30.67 % έναντι 28.68 % της Νέας Δημοκρατίας) ενώ έχει μικρή άνοδο σχετικά με τις εκλογές του 2004. Ωστόσο, στη Β΄ Θεσσαλονίκης η Νέα Δημοκρατία με 35.01 % καλά κρατεί (όταν το ΠΑΣΟΚ μετά βίας πήρε 31%). Ωστόσο, βέβαια και εδώ η ΝΔ έχει μία κατακόρυφη πτώση (-10%), ενώ το ΠΑΣΟΚ σχετική άνοδο (+1%). Όλη όμως σχεδόν η Μακεδονία παραμένει μπλε. Φαίνεται πώς το ΠΑΣΟΚ το έσωσαν η Ήπειρος (!!!), η Θεσσαλία (!?!) και η Νότια Ελλάδα και νησιωτική γενικότερα -με διακυμάνσεις, βέβαια.

Σημαντικό ποιοτικό στοιχείο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ κατέκτησε τα αστικά κέντρα, έναν χώρο όπου παραδοσιακά είχε καλές δυνάμεις. Η εκεί άνοδος δείχνει και τη σημαντική προσβασιμότητα του Κινήματος στις εργατικές και μεσαίες δυνάμεις και σχετίζεται με τη συνδικαλιστική του παρέμβαση και τη συμμετοχή της συνδικαλιστικής του παράταξης στις όποιες κινητοποιήσεις. Παράλληλα, αξιόλογο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ απλώθηκε και σε μέρος του αγροτικού κόσμου, όπως αποδεικνύει η άνοδο στη Θεσσαλία, την Ήπειρο κλπ. Βέβαια παρά την άνοδο που είχε στην αγροτική Μακεδονία, δεν κατέκτησε σε αυτή τη φάση τους εκεί νομούς. Τα εκλογικά κέρδη στον αγροτικό κόσμο είναι πολύ σημαντικά και δείχνουν το δρόμο που πρέπει να κινηθεί το ΠΑΣΟΚ.

Ο Δήμος Σταυρούπολης αναδείχθηκε στην 4η θέση σε όλη την Α΄ Θεσσαλονίκης με τα μεγαλύτερα ποσοστά ΠΑΣΟΚ και στην 4η θέση με τη μεγαλύτερη αύξηση ποσοστών. Οι πίνακες δίνουν μία πολύ καλή γεύση της εκλογικής Θεσσαλονίκης. Στο Δήμο μου τα αποτελέσματα ήταν λίγο ή πολύ αναμενόμενα. Το ΠΑΣΟΚ έλαβε 35,35% (έναντι 34,96% του 2004), η ΝΔ 23,62% (έναντι 35,76%), το ΚΚΕ 11,69% (έναντι 13,22%), ο ΛΑ.Ο.Σ -με σημαντική άνοδο- 10,02% (έναντι 8,43%), ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α 5,69% (έναντι 4,16%) και οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ 4,10 % (προς το 0,96% του 2004). Αξιόλογο όμως είναι το ποσοστό του Παπαθεμελή, το Πανελλήνιο Μακεδονικό Μέτωπο, με 3,82%, όπως και σε όλη τη Θεσσαλονίκη που έλαβε 4,53%.


σ.σ. Οι πίνακες απεικονίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα στην Α΄Θεσσαλονίκης (κλικ για να μεγαλώσουν οι πίνακες).
περισσότερα...

Παρασκευή, 05 Ιουνίου 2009

σχολική αξιολόγηση και κοινωνική προέλευση Ι

Πολύς λόγος γίνεται καθημερινά στα σχολεία μας για τη βαθμολογία, η οποία έχει οδηγήσει τους μαθητές στον αυτοσκοπό του μεγάλου βαθμού ξεχνώντας ότι απλά πρόκειται για μία ένδειξη προόδου με βάση τα κριτήρια που θέτουμε στο σχολείο μας. Η άνιση όμως σχολική επίδοση δεν οφείλεται στις ατομικές διαφορές ικανοτήτων, αλλά στην κοινωνική προέλευση. Η άνιση επίδοση επιβιώνει σε όλο τον κόσμο και μετά την άρση των οικονομικών και κοινωνικών εμποδίων. Η αξιολόγηση αναπαράγει την ταξική διαστρωμάτωση.
Στο παρακάτω post γίνεται μία παρουσίαση των βασικών στοιχείων της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης με αναφορές τόσο σε προηγούμενες έρευνες όσο και σε στοιχεία από άλλες χώρες και την Ελλάδα για την ανισότητα της σχολικής επίδοσης και την εισαγωγή στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Ορισμένα στοιχεία ίσως φανούν αιρετικά. Συχνά η προσωπική άποψη του γράφοντος εμπεριέχεται στις απόψεις άλλων, ενώ άλλοτε γίνεται κριτική μέσα στο ίδιο το κείμενο.
Έκθεση Κόουλμαν (Η.Π.Α.)
Πρόκειται για μία μεγάλη έρευνα σε όλη τη χώρα με χιλιάδες στοιχεία προς σύγκριση και ανάλυση. Τέτοια στοιχεία ήταν αποτέλεσαν το είδος του σχολείου, η χωρητικότητα του, η ποιότητα των κτιρίων, ο τεχνικός εξοπλισμός, ο αριθμός των εκπαιδευτικών και οι δημόσιες δαπάνες. Σχετικά με τους μαθητές τα στοιχεία αφορούσαν τη σχολική επίδοση, την κοινωνική και οικονομική προέλευση, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, τη μορφωτική συμπεριφορά, τις προσδοκίες των μαθητών και τη διάθεσή τους για το σχολικό τους μέλλον.
Φάνηκε ότι οι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες έχουν στενή συνάφεια με την επίδοση. Στην επίδοση των μαθητών επιδρούν οι διαφορές περισσότερο σε παιδιά μειονοτήτων, η ποιότητα των εκπαιδευτικών, η μόρφωση της οικογένειας και οι σχολικές προσδοκίες της πλειοψηφίας των συμμαθητών.
Αυτά οδήγησαν στη θέση ότι στην εκπαίδευση η ισότητα δεν επέρχεται μόνο με θεσμικές αλλαγές· αμφισβητήθηκε το όρος «ισότητα ευκαιριών» και προτιμήθηκε εκείνος της «εξίσωσης ευκαιριών».
«Ανισότητα» του Τζεκνς (Η.Π.Α.)
Ο Τζεκνς θεωρεί ότι οι δοκιμασίες νοημοσύνης ευνοούν τους μαθητές από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα (λευκούς)· επίσης, οι γνωστικές ικανότητες επηρεάζουν τη σχολική καριέρα και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ορίζει τη διάρκεια σπουδών και αυτή την επαγγελματική επιτυχία. Η επαγγελματική επιτυχία οφείλεται κατά 50% στην οικογενειακή προέλευση, την επίδοση στις δοκιμασίες νοημοσύνης και τα διπλώματα.
Η διάρκεια σπουδών εξαρτάται από την κοινωνική προέλευση και επηρεάζει την οικονομική επιτυχία. Η εκπαίδευση επιδρά στην επαγγελματική επιτυχία λευκών ανδρών από αστικά κέντρα (είναι μεγαλύτερη η επίδραση σε αποφοίτους κολεγίου) και λιγότερο σε μαύρους, γυναίκες ή αγροτόπαιδες).
Η επίδοση διαφοροποιείται κατά την κοινωνική κατηγορία στην οποία ανήκει η οικογένεια και η πλειοψηφία των κακών μαθητών ανήκει στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Όσο νωρίτερα γίνεται η επιλογή του σχολικού μέλλοντος (επιλογή τεχνικού λυκείου) τόσο εντονότερα ο κοινωνικός παράγοντας καθορίζει την επιλογή αυτή.
Μόνο η κοινωνική σύνθεση του δημοτικού δείχνει τα πληθυσμιακά ποσοστά των τάξεων, καθώς είναι πιστή εικόνα του πληθυσμού. Στο λύκειο ωστόσο τα ποσοστά είναι διαφορετικά καθώς μόνο το 12% από τις κατώτερες τάξεις συνεχίζουν και το 97,5% από τις μεσαίες.
Το σύστημα επιλογής επιλέγει τους μαθητές με βάση την κοινωνική τους προέλευση. Οι παράγοντες που επιδρούν (στις Η.Π.Α.) για την εισαγωγή σε ΑΕΙ είναι η γεωγραφική προέλευση, το εισόδημα της οικογένειας, το επαγγελματικό και μορφωτικό επίπεδο του πατέρα και το φύλο με τη φυλή του μαθητή. Οι μαθητές εγκαταλείπουν το σχολείο λόγω κακής επίδοσης, ταχύτητας απόκτησης γνώσεων και των προσδοκιών και της οικονομικής οικογενειακής κατάστασης. Οι γονείς μεταδίδουν στα παιδιά μια μορφωτική κληρονομιά που είναι τόσο σημαντική, όσο οι ίδιοι έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και κατέχουν υψηλή κοινωνική θέση[1].
Σχολεία σε σοσιαλιστικές χώρες
Στις σοσιαλιστικές χώρες καταπολεμήθηκε ο αναλφαβητισμός άμεσα και τονίστηκε η αξία της εκπαίδευσης. Αυξήθηκαν οι φοιτητές και δόθηκε προτεραιότητα σε τεχνικές κατευθύνσεις και εμφανίστηκε μία έντονη τάση για τεχνική ειδίκευση της πλειοψηφίας. Η είσοδος σε ΑΕΙ έγινε όχι μόνο με αξιολόγηση, αλλά και με κοινωνικά κριτήρια (ταξική προέλευση). Καλλιεργήθηκε η θετική αξιολόγηση εργατών και η πολιτική καχυποψία σε διανοούμενους, καθώς θεωρούνταν πολιτικά ασταθείς και ατομικιστικές.
Με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω της αύξησης της ζήτησης σε ΑΕΙ δίνεται έμφαση στη σχολική επίδοση, τη σχολική αριστεία και σε εισαγωγικές εξετάσεις που συνεχώς δυσκολεύουν. Αυτό οδήγησε στη μείωση των εργατικής και αγροτικής καταγωγής φοιτητών και την ανάλογη αύξηση γόνων διανοουμένων. Η σχολική αριστεία εμφανίζεται πια σε παιδιά διανοουμένων και ανώτερων στελεχών και οι κακοί μαθητές είναι παιδιά χειρωνακτών και χειρότερα τα τέκνα ανειδίκευτων και αγροτών.
Ανισότητα και ευθύνη του σχολείου
Η ανισότητα των επιδόσεων αίρεται με την κατάλληλη εκπαίδευση, με την κατάλληλη διαπαιδαγώγηση. Βασικό πρόβλημα είναι η γνωστική ικανότητα (μορφωτικό μειονέκτημα), αλλά και η αδιαφορία για τη σχολική εργασία. Όχι η ανικανότητα, αλλά η απουσία κινήτρων για την επιτυχία. Έτσι, πρέπει να μεταδοθούν άμεσα κίνητρα επιτυχίας, προθέσεις άμιλλας και φιλοδοξίες κοινωνικής επιτυχίας[2].
Η ανισότητα οφείλεται στη γονική μόρφωση, την οικονομική της θέση-κατάσταση, τη θέση των γονέων για το σχολικό μέλλον των παιδιών τους (κίνητρα-προσδοκίες), την ενσωμάτωση και την προσαρμογή του παιδιού στους κανόνες της σχολικής ζωής και τις απαιτήσεις του σχολείου· επιπλέον, οφείλεται στα όνειρα και τις φιλοδοξίες των μαθητών και τις επιθυμίες τους· αυτές όμως είναι ανάλογες της τάξης τους. Κατά τον Πιερ Μπουρντιέ είναι ασυνείδητη αναγνώριση και μετάφραση σε ατομική επιλογή της ποσοστιαίας πιθανότητας που εξαρτάται από την ταξική θέση· οι επιθυμίες είναι κοινωνικές και όχι ανεξάρτητες από τη σχολική επίδοση.
Η κοινωνική προέλευση δεν επηρεάζει μόνο την επίδοση αποφασιστικά (χειρότεροι μαθητές σε χαμηλά στρώματα) αλλά και όταν έχουν ίδια επίδοση έχουν λιγότερες πιθανότητες για μακροχρόνιες σπουδές· το σχολείο κάνει ταξική επιλογή και σε παιδιά με την ίδια επίδοση (κίνητρα και επιθυμίες). Διαπιστώνεται ότι δεν χρησιμοποιούν το σχολείο σαν μέσο κοινωνικής κινητικότητας. Στη Γαλλία η αύξηση μαθητών οδήγησε στην αύξηση εκπαιδευτικών (1950-1960)· ωστόσο, λίγοι προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα, αλλά από μεσοαστικά και πολλές ήταν γυναίκες.
Η κοινωνική ανισότητα ανεβαίνει όσο προχωράμε στις σχολικές βαθμίδες. Η επίδοση των μαθητών χειροτερεύει (σε κατώτερες τάξεις) στη διάρκεια των σπουδών. Το σχολείο έτσι οξύνει αντί να αμβλύνει της αρχική ανισότητα· άρα η επιλογή του δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη και αντικειμενική.
Η σχολική αποτυχία δεν οφείλεται στις άνισες ατομικές ικανότητες, αλλά στους κανόνες και τις επιλογές του σχολείου που προετοιμάζει τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.
Επίσης, φταίει η κοινωνικά καθορισμένη γνώμη των εκπαιδευτικών για τις προοπτικές των μαθητών· δεν κρίνουν μόνο από τις ικανότητές τους, αλλά έχουν διαφορετική συμπεριφορά και προσδοκίες και γνώμη ανάλογα με την τάξη των μαθητών. Η γνώμη των διδασκόντων επηρεάζεται από την κοινωνική προέλευση των μαθητών. Όσο οι εκπαιδευτικοί διαιρούν τη σχολική κοινότητα σε άτομα που έχουν διανοητικά χαρίσματα και αγνοούν την κοινωνική επιρροή (επίδραση στην επίδοση και την ανισότητα) τη νομιμοποιούν στα μάτια τους και τους άλλους και τη διαιωνίζουν. Νομιμοποιούν την ανισότητα στα μάτια των μη προνομιούχων και τους εγκλωβίζουν στη λογική της (τάχα) ουδέτερης αξιολόγησης και εσωτερικεύουν ή εξατομικεύουν την αποτυχία.
περισσότερα...
 

ο δείμος του πολίτη Copyright © Δήμος Χλωπτσιούδης